Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μύγδαλο

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. λαϊκόαμύγδαλο Βικιλεξικό
    • Ακόμη και άνθρωποι που δεν έχουν δει ποτέ την ταινία Κορίτσια στον ήλιο γνωρίζουν πολύ καλά το περίφημο «Στάσου, μύγδαλα», την θρυλική ατάκα που έμεινε σαν σλόγκαν στην ιστορία και θα ακολουθεί για πάντα τον Γιάννη Βόγλη […] .

Ετυμολογία

μύγδαλο < αμύγδαλο, με αποβολή του αρχικού άτονου φωνήεντος

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήμύγδαλομύγδαλα
Γενικήμύγδαλουμύγδαλων
Αιτιατικήμύγδαλομύγδαλα
Κλητικήμύγδαλομύγδαλα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →