μύξα
•
- η βλεννώδης ουσία που εκκρίνεται από τη μύτη όταν κάποιος είναι κρυωμένος Βικιλεξικό
- γενικότερακάθε ουσία που μοιάζει στην υφή με τη μύξα που εκκρίνεται από τη μύτη Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μύξα < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική μύξα < ρίζα μυκ- όπως και στα μύσσομαι, μυκτήρ, μύκης και το λατινικό mucus
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μύξα | μύξες |
| Γενική | μύξας | — |
| Αιτιατική | μύξα | μύξες |
| Κλητική | μύξα | μύξες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →