Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μύξης

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. προφορικόπου τρέχουν μύξες απ’ τη μύτη του (διαρκώς) Βικιλεξικό
  2. προφορικόπου δεν καταφέρνει και πολλά πράγματα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μύξης < μύξα + -ης

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήμύξηςμύξηδες
Γενικήμύξημύξηδων
Αιτιατικήμύξημύξηδες
Κλητικήμύξημύξηδες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →