μύξης
•
- προφορικόπου τρέχουν μύξες απ’ τη μύτη του (διαρκώς) Βικιλεξικό
- προφορικόπου δεν καταφέρνει και πολλά πράγματα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μύξης < μύξα + -ης
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μύξης | μύξηδες |
| Γενική | μύξη | μύξηδων |
| Αιτιατική | μύξη | μύξηδες |
| Κλητική | μύξη | μύξηδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →