μύξωμα
•
- ιατρικήόγκος που αποτελείται από κύτταρα συνδετικού ιστού και βλεννώδη στοιχεία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μύξωμα < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική myxome ή λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική myxoma < αρχαία ελληνική μύξα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μύξωμα | μυξώματα |
| Γενική | μυξώματος | μυξωμάτων |
| Αιτιατική | μύξωμα | μυξώματα |
| Κλητική | μύξωμα | μυξώματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →