μύριοι
•
- απόλυτο αριθμητικόδέκα χιλιάδες (10.000) Βικιλεξικό
- Στο έργο του Ξενοφώντα «Κύρου ἀνάβασις» περιγράφεται η περίφημη «κάθοδος των μυρίων» προς τη Μαύρη Θάλασσα.
- μεταφορικάόπως στην #Προφορά με συνίζηση Βικιλεξικό
- μεταφορικάπάρα πολλοί, αναρίθμητοι Βικιλεξικό
- Χίλιοι μύριοι καλογέροι, σ' ένα ράσο τυλιγμένοι. Τι είναι; Το ρόδι.
Ετυμολογία
μύριοι < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική μύριοι. Συγκρίνετε με την ετυμολογία της #Προφοράς με συνίζηση
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | μύριοι | μύριες | μύρια |
| Γενική | — | — | — |
| Αιτιατική | — | — | — |
| Κλητική | — | — | — |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | μύριοι | μύριες | μύρια |
| Γενική | μυρίων / μύριων | μυρίων / μύριων | μυρίων / μύριων |
| Αιτιατική | μυρίους / μύριους | μύριες | μύρια |
| Κλητική | μύριοι | μύριες | μύρια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →