μύτικας
•
- ιδιωματικόη προεξοχή που σχηματίζεται σ' έναν τόπο (είτε καθ' ύψος (κορυφή) είτε κατά μήκος (π.χ. ακρωτήρι)) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μύτικας < μύτη + -ικας
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μύτικας | μύτικες |
| Γενική | μύτικα | μυτίκων |
| Αιτιατική | μύτικα | μύτικες |
| Κλητική | μύτικα | μύτικες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →