μύχιος
•
- λόγιοπου βρίσκεται στο βάθος, στο εσωτερικό και δεν φαίνεται ούτε εκφράζεται Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μύχιος < αρχαία ελληνική μύχιος
Άλλοι τύποι
αον
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →
Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.
μύχιος < αρχαία ελληνική μύχιος
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →