Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μώρα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. σπάνιοάλλη γραφή του μόρα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μώρα < → δείτε τη λέξη μόρα

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήμώραμώρες
Γενικήμώρας—
Αιτιατικήμώραμώρες
Κλητικήμώραμώρες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

μωρά

επίρρημα
•
  1. σπάνιομε μωρό τρόπο, ανόητα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μωρά < μεσαιωνική ελληνική μωρά < μωρ(ός) + -ά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →