νάκα
•
- παρωχημένοφορητή κούνια μωρού κρεμαστή στην πλάτη, που εξυπηρετεί τις εύκολες μετακινήσεις των μωρών στις εργασίες των γονέων Βικιλεξικό
Ετυμολογία
νάκα < αρχαία ελληνική νάκη
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →