νάρδος
•
- φυτότο φυτό βαλεριάνα Βικιλεξικό
- συνεκδοχικάτο αιθέριο έλαιο που παράγεται από το φυτό βαλεριάνα κι έχει καταπραϋντικές ιδιότητες Βικιλεξικό
Ετυμολογία
νάρδος < αρχαία ελληνική νάρδος < εβραϊκή ή αραμαϊκή < σανσκριτική naladam
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | νάρδος | νάρδοι |
| Γενική | νάρδου | νάρδων |
| Αιτιατική | νάρδο | νάρδους |
| Κλητική | νάρδε | νάρδοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →