νάφθα
•
- γενική ονομασία κάθε μείγματος εύφλεκτων και πτητικών υδρογονανθράκων που χρησιμοποιείται για αραίωση ή καθαρισμό Βικιλεξικό
- Απόσπασμα από το βιβλίο Χημείας Β' Λυκείου Γενικής Παιδείας, Ενότητα 2.2 Νάφθα - Πετροχημικά, ※ @ebooks.edu.gr
- γενικότεραακάθαρτο πετρέλαιο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
νάφθα < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή νάφθα.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | νάφθα | νάφθες |
| Γενική | νάφθας | ναφθών |
| Αιτιατική | νάφθα | νάφθες |
| Κλητική | νάφθα | νάφθες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →