νέγρικος
•
- που έχει να κάνει με νέγρους ή αφορά τους νέγρους Βικιλεξικό
Ετυμολογία
νέγρικος < νέγρος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | νέγρικος | νέγρικη | νέγρικο |
| Γενική | νέγρικου | νέγρικης | νέγρικου |
| Αιτιατική | νέγρικο | νέγρικη | νέγρικο |
| Κλητική | νέγρικε | νέγρικη | νέγρικο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | νέγρικοι | νέγρικες | νέγρικα |
| Γενική | νέγρικων | νέγρικων | νέγρικων |
| Αιτιατική | νέγρικους | νέγρικες | νέγρικα |
| Κλητική | νέγρικοι | νέγρικες | νέγρικα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →