νέμεση
•
- η τιμωρία που επιβάλλεται από μία ανώτερη δύναμη σε όποιον παραβαίνει τους ηθικούς νόμους ή είναι αλαζόνας υπερβαίνοντας τα ηθικά όρια Βικιλεξικό
Ετυμολογία
νέμεση < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική νέμε(σις) (η απόδοση αυτού που οφείλεται) + -ση < νέμω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | νέμεση | νεμέσεις |
| Γενική | νέμεσης | νεμέσεων |
| Αιτιατική | νέμεση | νεμέσεις |
| Κλητική | νέμεση | νεμέσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →