Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

νέμεση

/ˈne.me.si/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η τιμωρία που επιβάλλεται από μία ανώτερη δύναμη σε όποιον παραβαίνει τους ηθικούς νόμους ή είναι αλαζόνας υπερβαίνοντας τα ηθικά όρια Βικιλεξικό

Ετυμολογία

νέμεση < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική νέμε(σις) (η απόδοση αυτού που οφείλεται) + -ση < νέμω

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήνέμεσηνεμέσεις
Γενικήνέμεσηςνεμέσεων
Αιτιατικήνέμεσηνεμέσεις
Κλητικήνέμεσηνεμέσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →