Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

νίλα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. προφορικόη καταστροφή, η ζημιά, η αποτυχία, η ταλαιπωρία Βικιλεξικό
    • Μπήκε πια στον τρίτο χρόνο θητείας του και είναι σαν η καταστροφή της Πανεπιστημίου να του έχει γίνει έμμονη ιδέα. Και να ομοιάζει, για τη σωτηρία της Αθήνας, με ό,τι ήταν για τη σωτηρία του γένους η καταστροφή του Δράμαλη· άλλως και νίλα λεγόμενη. Τι νίλα, τι νούλα θα πεις… Αλλά και ποιος θα σ’ ακούσει! (Εφημερίδα των Συντακτών, 29.12.2021)

Ετυμολογία

νίλα < λατινική nila, πληθυντικός αριθμός του nilum < nihilum < ne- + hilum (ασήμαντο, τιποτένιο)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήνίλανίλες
Γενικήνίλας—
Αιτιατικήνίλανίλες
Κλητικήνίλανίλες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →