νίπτω
•
- λόγιονίβω, νίφτω στη φράση νίπτω τας χείρας μου δεν αναλαμβάνω την ευθύνη για ό,τι πρόκειται να συμβεί Βικιλεξικό
Ετυμολογία
νίπτω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική νίπτω < νίζω
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →