νίτικο
•
- γαστρονομίαείδος καπνιστού παστού ψαριού Βικιλεξικό
Ετυμολογία
νίτικο < αινίτικο, ουδέτερο του αινίτικος < Αίνος < αρχαία ελληνική Αἶνος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | νίτικο | νίτικα |
| Γενική | νίτικου | νίτικων |
| Αιτιατική | νίτικο | νίτικα |
| Κλητική | νίτικο | νίτικα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →