Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ναΐφ

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. ζωγραφικήείδος ζωγραφικής που έχει δημιουργηθεί με απλοϊκό / παιδικό στιλ, με σκόπιμη απόρριψη εξελιγμένων τεχνικών καθώς και τα σχετικά έργα τέχνης Βικιλεξικό
    • Η ναΐφ είναι μια κατηγορία ζωγραφικής που χαρακτηρίζεται από μια παιδικού τύπου απλοϊκότητα, τόσο στην ύλη και το περιεχόμενο όσο και στην τεχνική. Οι εκπρόσωποί της δεν έχουν κάποια εκπαίδευση στο είδος και συνήθως ξεκινούν να καταπιάνονται με αυτή σε μεγαλύτερη ηλικία, αφού σταματήσουν να εργάζονται. (www.tovima.gr, 11.12.2022)

Ετυμολογία

ναΐφ < γαλλική naïf / naif < λατινική nativus < natus < nascor

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

ναΐφ

επίθετο
•
  1. ζωγραφικήπου έχει δημιουργηθεί με απλοϊκό / παιδικό στιλ, με σκόπιμη απόρριψη εξελιγμένων τεχνικών Βικιλεξικό
  2. ζωγραφικήπου αφορά ανεκπαίδευτο απλοϊκό ή απλό, λαϊκό και αυθόρμητο καλλιτέχνη Βικιλεξικό
  3. κατ’ επέκτασηάνθρωπος απλοϊκός και ανεπιτήδευτος ή αφελής Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ναΐφ < γαλλική naïf / naif < λατινική nativus < natus < nascor

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →