ναίσκε
•
- ιδιωματικόβεβαιωτικό μόριο: ναι, βεβαίως Βικιλεξικό
- ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ —Ου, ου, εσύ είσαι εδώ ντετόρος; ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ —Όχι, μωρέ, ο ντετόρος είναι μέσα. Εγώ είμαι φαρμακοποιός εδώ. Τον γιατρό θέλεις; ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ —Ναίσκε, ψυχή μου, τον σιορ ντετόρο.
Ετυμολογία
ναίσκε < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ναῖσκε < *ναί σύ καλέ
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →