Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ναι

/ˈne/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. μεταφορικάσυμφωνία, κατάφαση, καταφατική απάντηση Βικιλεξικό
    • Αυτό ήταν ναι ή όχι;

Ετυμολογία

ναι < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική ναί

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

ναι

/ˈne/επίρρημα
•
  1. για καταφατική απάντηση, δείχνει συμφωνία και αποδοχή Βικιλεξικό
    • Ναι, συμφωνώ.

Ετυμολογία

ναι < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική ναί

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →