Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ναμάζι

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. ισλαμισμόςη υποχρεωτική προσευχή που πραγματοποιείται από τους μουσουλμάνους πέντε φορές την ημέρα, ένας από τους Πέντε Πυλώνες του Ισλάμ Βικιλεξικό
    • Ας σταθούμε δω πέρα λιγάκι. Ας απλώσουμε το χαλί μας, κι ας κάμουμε το ναμάζι μας. (Αργύρης Εφταλιώτης, Φυλλάδες του Γεροδήμου, γ, 1897)
    • Ἕνας ἔρημος Δερβίσσης σ' ἕνα φτωχικὸ τζαμὶ
    • χάρισμα, γιὰ τὴ ψυχή του τὸ ναμάζι ’τραγωδοῦσε.
    • Ὁ ἥλιος πκιὸν ἐστύλλωσεν, ἐγίνην μεσομέριν
    • τζὶ ἀκούστην εἰς τὸν μιναρὲν ὁ χότζας νὰ φωνάζῃ
    • τζὶ ἐπάψασιν τὴν συντυσιὰν τζὶ ἀφῆκαν τὸ δεφτέριν
    • τζὶ ἐσηκωθῆκαν οὗλοι τους τζὶ ἐπῆαν στὸ ναμάζι.

Ετυμολογία

ναμάζι < (άμεσο δάνειο) τουρκική namaz + -ι < περσική نماز (namâz, προσευχή)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήναμάζι—
Γενικήναμαζιού—
Αιτιατικήναμάζι—
Κλητικήναμάζι—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →