νανουρίζω
•
- σιγοτραγουδώ για να κοιμήσω κάποιον Βικιλεξικό
Ετυμολογία
νανουρίζω < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | νανουρίζω | νανουρίζεις | νανουρίζει | νανουρίζουμε | νανουρίζετε | νανουρίζουν / νανουρίζουνε |
| Παρατατικός | νανούριζα | νανούριζες | νανούριζε | νανουρίζαμε | νανουρίζατε | νανουρίζαν / νανουρίζανε / νανούριζαν |
| Αόριστος | νανούρισα | νανούρισες | νανούρισε | νανουρίσαμε | νανουρίσατε | νανουρίσαν / νανουρίσανε / νανούρισαν |
| Μέλλοντας | θα νανουρίζω / θα νανουρίσω | θα νανουρίζεις / θα νανουρίσεις | θα νανουρίζει / θα νανουρίσει | θα νανουρίζουμε / θα νανουρίσουμε | θα νανουρίζετε / θα νανουρίσετε | θα νανουρίζουν / θα νανουρίζουνε / θα νανουρίσουν / θα νανουρίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω νανουρίσει | έχεις νανουρίσει | έχει νανουρίσει | έχουμε νανουρίσει | έχετε νανουρίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα νανουρίσει | είχες νανουρίσει | είχε νανουρίσει | είχαμε νανουρίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω νανουρίσει / να νανουρίζω / να νανουρίσω | να έχεις νανουρίσει / να νανουρίζεις / να νανουρίσεις | να έχει νανουρίσει / να νανουρίζει / να νανουρίσει | να έχουμε νανουρίσει / να νανουρίζουμε / να νανουρίσουμε | να έχετε νανουρίσει / να νανουρίζετε / να νανουρίσετε | να νανουρίζουν / να νανουρίζουνε / να νανουρίσουν / να νανουρίσουνε |
| Προστακτική | — | νανούριζε / νανούρισε | — | — | νανουρίζετε / νανουρίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →