ναούμ
•
- λαϊκόσυνήθως σε τέλος φράσης για έμφαση Βικιλεξικό
- οπότε γυρνάει ο τύπος με το ίδιο ύφος των χιλίων καρδιναλίων και μου λέει «είμαι άνεργος ναούμ κι από το πρωί μ’ ένα καφέ ναούμ και πείνασα, κατάλαβες»; (kleitor.blogspot, 2013)
- ψηφίστε με να ξαναβγώ πρωθυπουργός γιατί είμαι μάγκας και ειλικρινής και πατριώτης και μάγκας και νταξ ναούμ (e-kanali.blogspot, 2015)
Ετυμολογία
ναούμ < να πούμε • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →