ναρκισσιστικός
•
- λόγιοπου έχει σχέση με ναρκισσισμό ή ναρκισσιστή ή αναφέρεται σ' αυτά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ναρκισσιστικός < λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική narcissistic < Narcissus < λατινική Narcissus < ελληνιστική κοινή Νάρκισσος < νάρκισσος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ναρκισσιστικός | ναρκισσιστική | ναρκισσιστικό |
| Γενική | ναρκισσιστικού | ναρκισσιστικής | ναρκισσιστικού |
| Αιτιατική | ναρκισσιστικό | ναρκισσιστική | ναρκισσιστικό |
| Κλητική | ναρκισσιστικέ | ναρκισσιστική | ναρκισσιστικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ναρκισσιστικοί | ναρκισσιστικές | ναρκισσιστικά |
| Γενική | ναρκισσιστικών | ναρκισσιστικών | ναρκισσιστικών |
| Αιτιατική | ναρκισσιστικούς | ναρκισσιστικές | ναρκισσιστικά |
| Κλητική | ναρκισσιστικοί | ναρκισσιστικές | ναρκισσιστικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →