ναρκοθετικός
•
- στρατιωτικός όρος: ο σχετικός με ναρκοθέτηση Βικιλεξικό
- ναυτικός όρος: ο σχετικός με πόντιση ναρκών, 'η ναρκοθέτιδα Βικιλεξικό
- "ναρκοθετικός αποκλεισμός", "ναρκοθετική εκπαίδευση", "ναρκοθετικό διάγραμμα"
Ετυμολογία
ναρκοθετικός < ναρκοθέτηση + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ναρκοθετικός | ναρκοθετική | ναρκοθετική / ναρκοθετικό / ναρκοθετικός |
| Γενική | ναρκοθετικού | ναρκοθετικής | ναρκοθετικού |
| Αιτιατική | ναρκοθετικό | ναρκοθετική | ναρκοθετικό |
| Κλητική | ναρκοθετικέ | ναρκοθετική | ναρκοθετικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ναρκοθετικοί | ναρκοθετικές | ναρκοθετικά |
| Γενική | ναρκοθετικών | ναρκοθετικών | ναρκοθετικών |
| Αιτιατική | ναρκοθετικούς | ναρκοθετικές | ναρκοθετικά |
| Κλητική | ναρκοθετικοί | ναρκοθετικές | ναρκοθετικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →