ναρκωτής
•
- επάγγελμασυνώνυμο του αναισθησιολόγος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ναρκωτής < ναρκωτ(ικό) + -ής
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ναρκωτής | ναρκωτές |
| Γενική | ναρκωτή | ναρκωτών |
| Αιτιατική | ναρκωτή | ναρκωτές |
| Κλητική | ναρκωτή | ναρκωτές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →