ναστός
•
- που έχει κατασκευαστεί ασκώντας μεγάλη συμπίεση σε κάποιο υλικό Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηπου αποτελείται από συμπιεσμένη μάζα χωρίς κενά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ναστός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ναστός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ναστός | ναστή | ναστό |
| Γενική | ναστού | ναστής | ναστού |
| Αιτιατική | ναστό | ναστή | ναστό |
| Κλητική | ναστέ | ναστή | ναστό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ναστοί | ναστές | ναστά |
| Γενική | ναστών | ναστών | ναστών |
| Αιτιατική | ναστούς | ναστές | ναστά |
| Κλητική | ναστοί | ναστές | ναστά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →