ναυαγιαιρέτης
•
- επάγγελμααυτός που πραγματοποιεί ναυαγιαιρεσίες Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ναυαγιαιρέτης < ναυαγιαιρεσία + -της
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ναυαγιαιρέτης | ναυαγιαιρέτες |
| Γενική | ναυαγιαιρέτη | ναυαγιαιρετών |
| Αιτιατική | ναυαγιαιρέτη | ναυαγιαιρέτες |
| Κλητική | ναυαγιαιρέτη | ναυαγιαιρέτες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →