Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ναυαγιαιρεσιακός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με ναυαγιαιρεσία ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ναυαγιαιρεσιακός < ναυαγιαιρεσία + -ακός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήναυαγιαιρεσιακόςναυαγιαιρεσιακήναυαγιαιρεσιακό
Γενικήναυαγιαιρεσιακούναυαγιαιρεσιακήςναυαγιαιρεσιακού
Αιτιατικήναυαγιαιρεσιακόναυαγιαιρεσιακήναυαγιαιρεσιακό
Κλητικήναυαγιαιρεσιακέναυαγιαιρεσιακήναυαγιαιρεσιακό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήναυαγιαιρεσιακοίναυαγιαιρεσιακέςναυαγιαιρεσιακά
Γενικήναυαγιαιρεσιακώνναυαγιαιρεσιακώνναυαγιαιρεσιακών
Αιτιατικήναυαγιαιρεσιακούςναυαγιαιρεσιακέςναυαγιαιρεσιακά
Κλητικήναυαγιαιρεσιακοίναυαγιαιρεσιακέςναυαγιαιρεσιακά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →