ναυαγιαιρεσιακός
•
- που έχει σχέση με ναυαγιαιρεσία ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ναυαγιαιρεσιακός < ναυαγιαιρεσία + -ακός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ναυαγιαιρεσιακός | ναυαγιαιρεσιακή | ναυαγιαιρεσιακό |
| Γενική | ναυαγιαιρεσιακού | ναυαγιαιρεσιακής | ναυαγιαιρεσιακού |
| Αιτιατική | ναυαγιαιρεσιακό | ναυαγιαιρεσιακή | ναυαγιαιρεσιακό |
| Κλητική | ναυαγιαιρεσιακέ | ναυαγιαιρεσιακή | ναυαγιαιρεσιακό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ναυαγιαιρεσιακοί | ναυαγιαιρεσιακές | ναυαγιαιρεσιακά |
| Γενική | ναυαγιαιρεσιακών | ναυαγιαιρεσιακών | ναυαγιαιρεσιακών |
| Αιτιατική | ναυαγιαιρεσιακούς | ναυαγιαιρεσιακές | ναυαγιαιρεσιακά |
| Κλητική | ναυαγιαιρεσιακοί | ναυαγιαιρεσιακές | ναυαγιαιρεσιακά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →