ναυβάτης
•
- αρχαιοπρεπέςο επιβάτης πλοίου, ναύτης Βικιλεξικό
- 19ος/20ος αιώνας, ⌘ Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Η Φόνισσα, Κεφάλαιο ΙΣΤ, (1903)
Ετυμολογία
ναυβάτης < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ναυβάτης
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ναυβάτης | ναυβάτες |
| Γενική | ναυβάτη | ναυβατών |
| Αιτιατική | ναυβάτη | ναυβάτες |
| Κλητική | ναυβάτη | ναυβάτες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →