Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ναυλοσύμφωνο

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. ναυτικός όροςέγγραφη σύμβαση (συμφωνητικό) για τη ναύλωση πλοίου προς μεταφορά συγκεκριμένου φορτίου (είδος, ποσότητα), προορισμού (από και προς), χρόνου εκτέλεσης, ύψους ναύλου και τρόπου - χρόνου καταβολής του Βικιλεξικό
    • Μία ναύλωση αποδεικνύεται από το ναυλοσύμφωνο ή ναυλοσυμφωνητικό, που μπορεί όμως και να αντικατασταθεί από τη φορτωτική ή άλλο παραστατικό έγγραφο που ν’ αποδεικνύει τη παραλαβή τού προς φόρτωση πράγματος (εμπορεύματος). (*)
  2. ομοίως ως παραπάνω για αεροπλάνο χαρακτηριζόμενο εξ αυτού τσάρτερ Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ναυλοσύμφωνο < ναύλος + -ο- + σύμφωνο

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήναυλοσύμφωνοναυλοσύμφωνα
Γενικήναυλοσυμφώνου / ναυλοσύμφωνουναυλοσυμφώνων
Αιτιατικήναυλοσύμφωνοναυλοσύμφωνα
Κλητικήναυλοσύμφωνοναυλοσύμφωνα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →