Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ναυπηγήσιμος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που είναι δυνατόν να ναυπηγηθεί Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ναυπηγήσιμος < ναυπηγώ + -ιμος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήναυπηγήσιμοςναυπηγήσιμηναυπηγήσιμο
Γενικήναυπηγήσιμουναυπηγήσιμηςναυπηγήσιμου
Αιτιατικήναυπηγήσιμοναυπηγήσιμηναυπηγήσιμο
Κλητικήναυπηγήσιμεναυπηγήσιμηναυπηγήσιμο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήναυπηγήσιμοιναυπηγήσιμεςναυπηγήσιμα
Γενικήναυπηγήσιμωνναυπηγήσιμωνναυπηγήσιμων
Αιτιατικήναυπηγήσιμουςναυπηγήσιμεςναυπηγήσιμα
Κλητικήναυπηγήσιμοιναυπηγήσιμεςναυπηγήσιμα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →