Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ναυπηγικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. σχετικός με τους ναυπηγούς και τη ναυπήγηση πλοίων Βικιλεξικό
    • Καθίσταται σαφές πως η ελληνική ναυπηγική βιομηχανία επιστρέφει και επιχειρεί να διεκδικήσει σημαντικό ρόλο στη Μεσόγειο. (www.kathimerini.gr, 08.05.2023)

Ετυμολογία

ναυπηγικός < ναυπηγός + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήναυπηγικόςναυπηγικήναυπηγικό
Γενικήναυπηγικούναυπηγικήςναυπηγικού
Αιτιατικήναυπηγικόναυπηγικήναυπηγικό
Κλητικήναυπηγικέναυπηγικήναυπηγικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήναυπηγικοίναυπηγικέςναυπηγικά
Γενικήναυπηγικώνναυπηγικώνναυπηγικών
Αιτιατικήναυπηγικούςναυπηγικέςναυπηγικά
Κλητικήναυπηγικοίναυπηγικέςναυπηγικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →