Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ναυπηγοεπισκευαστικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που αναφέρεται στη ναυπήγηση και την επισκευή πλοίων Βικιλεξικό
    • η ναυπηγοεπισκευαστική ζώνη του Περάματος

Ετυμολογία

ναυπηγοεπισκευαστικός < ναυπηγός + επισκευαστικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήναυπηγοεπισκευαστικόςναυπηγοεπισκευαστικήναυπηγοεπισκευαστικό
Γενικήναυπηγοεπισκευαστικούναυπηγοεπισκευαστικήςναυπηγοεπισκευαστικού
Αιτιατικήναυπηγοεπισκευαστικόναυπηγοεπισκευαστικήναυπηγοεπισκευαστικό
Κλητικήναυπηγοεπισκευαστικέναυπηγοεπισκευαστικήναυπηγοεπισκευαστικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήναυπηγοεπισκευαστικοίναυπηγοεπισκευαστικέςναυπηγοεπισκευαστικά
Γενικήναυπηγοεπισκευαστικώνναυπηγοεπισκευαστικώνναυπηγοεπισκευαστικών
Αιτιατικήναυπηγοεπισκευαστικούςναυπηγοεπισκευαστικέςναυπηγοεπισκευαστικά
Κλητικήναυπηγοεπισκευαστικοίναυπηγοεπισκευαστικέςναυπηγοεπισκευαστικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →