ναυσιπλοΐα
•
- ναυτικός όρος: ο πλους με πλοίο Βικιλεξικό
- ναυτικός όρος: η τέχνη και η πρακτική του ασφαλή πλου Βικιλεξικό
- συνεκδοχικά: θαλάσσια μεταφορά επιβατών και φορτίων Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ναυσιπλοΐα < ναυσίπλοος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ναυσιπλοΐα | ναυσιπλοΐες |
| Γενική | ναυσιπλοΐας | ναυσιπλοϊών |
| Αιτιατική | ναυσιπλοΐα | ναυσιπλοΐες |
| Κλητική | ναυσιπλοΐα | ναυσιπλοΐες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →