Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ναυσιπλοΐα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. ναυτικός όρος: ο πλους με πλοίο Βικιλεξικό
  2. ναυτικός όρος: η τέχνη και η πρακτική του ασφαλή πλου Βικιλεξικό
  3. συνεκδοχικά: θαλάσσια μεταφορά επιβατών και φορτίων Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ναυσιπλοΐα < ναυσίπλοος

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήναυσιπλοΐαναυσιπλοΐες
Γενικήναυσιπλοΐαςναυσιπλοϊών
Αιτιατικήναυσιπλοΐαναυσιπλοΐες
Κλητικήναυσιπλοΐαναυσιπλοΐες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →