Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ναυτικός

/na.ftiˈkos/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. επάγγελμααυτός που δουλεύει στα καράβια Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ναυτικός < ναύτ(ης) + -ικός

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήναυτική / ναυτικός / ναυτικόναυτικές / ναυτικοί / ναυτικά
Γενικήναυτικής / ναυτικού / ναυτικούναυτικών / ναυτικών / ναυτικών
Αιτιατικήναυτική / ναυτικό / ναυτικόναυτικές / ναυτικούς / ναυτικά
Κλητικήναυτική / ναυτικέ / ναυτικόναυτικές / ναυτικοί / ναυτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

ναυτικός

/na.ftiˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. επάγγελμασχετικός με τη ναυτιλία ή τους ναύτες Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ναυτικός < ναύτ(ης) + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήναυτικόςναυτικήναυτικό
Γενικήναυτικούναυτικήςναυτικού
Αιτιατικήναυτικόναυτικήναυτικό
Κλητικήναυτικέναυτικήναυτικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήναυτικοίναυτικέςναυτικά
Γενικήναυτικώνναυτικώνναυτικών
Αιτιατικήναυτικούςναυτικέςναυτικά
Κλητικήναυτικοίναυτικέςναυτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →