ναυτικός
•
- επάγγελμααυτός που δουλεύει στα καράβια Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ναυτικός < ναύτ(ης) + -ικός
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ναυτική / ναυτικός / ναυτικό | ναυτικές / ναυτικοί / ναυτικά |
| Γενική | ναυτικής / ναυτικού / ναυτικού | ναυτικών / ναυτικών / ναυτικών |
| Αιτιατική | ναυτική / ναυτικό / ναυτικό | ναυτικές / ναυτικούς / ναυτικά |
| Κλητική | ναυτική / ναυτικέ / ναυτικό | ναυτικές / ναυτικοί / ναυτικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →