Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ναυτολογικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. ναυτικός όροςπου έχει σχέση με τη ναυτολογία ή τον ναυτολόγο ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ναυτολογικός < μεσαιωνική ελληνική ναυτολογικός < (ελληνιστική κοινή)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήναυτολογικόςναυτολογικήναυτολογικό
Γενικήναυτολογικούναυτολογικήςναυτολογικού
Αιτιατικήναυτολογικόναυτολογικήναυτολογικό
Κλητικήναυτολογικέναυτολογικήναυτολογικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήναυτολογικοίναυτολογικέςναυτολογικά
Γενικήναυτολογικώνναυτολογικώνναυτολογικών
Αιτιατικήναυτολογικούςναυτολογικέςναυτολογικά
Κλητικήναυτολογικοίναυτολογικέςναυτολογικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →