ναυτολογώ
•
- ναυτικός όροςμισθώνω ναύτη να υπηρετήσει σε εμπορικό ή επιβατηγό πλοίο ή τον στρατολογώ σε πολεμικό πλοίο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ναυτολογώ < (ελληνιστική κοινή) / ναυτολογῶ < ναυτολόγος < αρχαία ελληνική ναύτης (< ναῦς) + λέγω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ναυτολογώ | ναυτολογείς | ναυτολογεί | ναυτολογούμε | ναυτολογείτε | ναυτολογούν / ναυτολογούνε |
| Παρατατικός | ναυτολογούσα | ναυτολογούσες | ναυτολογούσε | ναυτολογούσαμε | ναυτολογούσατε | ναυτολογούσαν / ναυτολογούσανε |
| Αόριστος | ναυτολόγησα | ναυτολόγησες | ναυτολόγησε | ναυτολογήσαμε | ναυτολογήσατε | ναυτολογήσαν / ναυτολογήσανε / ναυτολόγησαν |
| Μέλλοντας | θα ναυτολογήσω / θα ναυτολογώ | θα ναυτολογήσεις / θα ναυτολογείς | θα ναυτολογήσει / θα ναυτολογεί | θα ναυτολογήσουμε / θα ναυτολογούμε | θα ναυτολογήσετε / θα ναυτολογείτε | θα ναυτολογήσουν / θα ναυτολογήσουνε / θα ναυτολογούν / θα ναυτολογούνε |
| Παρακείμενος | έχω ναυτολογήσει | έχεις ναυτολογήσει | έχει ναυτολογήσει | έχουμε ναυτολογήσει | έχετε ναυτολογήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ναυτολογήσει | είχες ναυτολογήσει | είχε ναυτολογήσει | είχαμε ναυτολογήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ναυτολογήσει / να ναυτολογήσω / να ναυτολογώ | να έχεις ναυτολογήσει / να ναυτολογήσεις / να ναυτολογείς | να έχει ναυτολογήσει / να ναυτολογήσει / να ναυτολογεί | να έχουμε ναυτολογήσει / να ναυτολογήσουμε / να ναυτολογούμε | να έχετε ναυτολογήσει / να ναυτολογήσετε / να ναυτολογείτε | να ναυτολογήσουν / να ναυτολογήσουνε / να ναυτολογούν / να ναυτολογούνε |
| Προστακτική | — | ναυτολόγει / ναυτολόγησε | — | — | ναυτολογήστε / ναυτολογείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →