ναυτολόγηση
•
- ναυτικός όροςη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του ναυτολογώ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ναυτολόγηση < ναυτολογώ + -ση
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ναυτολόγηση | ναυτολογήσεις |
| Γενική | ναυτολόγησης | ναυτολογήσεων |
| Αιτιατική | ναυτολόγηση | ναυτολογήσεις |
| Κλητική | ναυτολόγηση | ναυτολογήσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →