Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ναυτολόγιο

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. ναυτικός όροςεπίσημο ναυτιλιακό έγγραφο στο οποίο εγγράφονται τα μέλη του πληρώματος ενός πλοίου καθώς και άλλα σχετικά στοιχεία Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ναυτολόγιο < ναυτ(ης) + -ο- + -λόγιο

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήναυτολόγιοναυτολόγια
Γενικήναυτολογίου / ναυτολόγιουναυτολογίων / ναυτολόγιων
Αιτιατικήναυτολόγιοναυτολόγια
Κλητικήναυτολόγιοναυτολόγια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →