ναυτόπαιδο
•
- νεαρός ναύτης που μαθαίνει την τέχνη του ναυτικού Βικιλεξικό
- μαθητής σε ναυτική σχολή μικρής βαθμίδας Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ναυτόπαιδο < αρχαία ελληνική ναυτοπαίδιον < ναύτης + παῖς
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ναυτόπαιδο | ναυτόπαιδα |
| Γενική | ναυτόπαιδου | ναυτόπαιδων |
| Αιτιατική | ναυτόπαιδο | ναυτόπαιδα |
| Κλητική | ναυτόπαιδο | ναυτόπαιδα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →