νεάζω
•
- έχω νεανική συμπεριφορά και εμφάνιση, χωρίς να είμαι (και τόσο) νέος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
νεάζω < αρχαία ελληνική νεάζω < νέος
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | νεάζω | νεάζεις | νεάζει | νεάζουμε | νεάζετε | νεάζουν / νεάζουνε |
| Παρατατικός | νέαζα | νέαζες | νέαζε | νεάζαμε | νεάζατε | νέαζαν / νεάζαν / νεάζανε |
| Αόριστος | νέασα | νέασες | νέασε | νεάσαμε | νεάσατε | νέασαν / νεάσαν / νεάσανε |
| Μέλλοντας | θα νεάζω / θα νεάσω | θα νεάζεις / θα νεάσεις | θα νεάζει / θα νεάσει | θα νεάζουμε / θα νεάσουμε | θα νεάζετε / θα νεάσετε | θα νεάζουν / θα νεάζουνε / θα νεάσουν / θα νεάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω νεάσει | έχεις νεάσει | έχει νεάσει | έχουμε νεάσει | έχετε νεάσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα νεάσει | είχες νεάσει | είχε νεάσει | είχαμε νεάσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω νεάσει / να νεάζω / να νεάσω | να έχεις νεάσει / να νεάζεις / να νεάσεις | να έχει νεάσει / να νεάζει / να νεάσει | να έχουμε νεάσει / να νεάζουμε / να νεάσουμε | να έχετε νεάσει / να νεάζετε / να νεάσετε | να νεάζουν / να νεάζουνε / να νεάσουν / να νεάσουνε |
| Προστακτική | — | νέαζε / νέασε | — | — | νεάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
νεάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →