νείρομαι
•
- δημοτικήονειρεύομαι, επιθυμώ, λαχταρώ, ονειροπολώ Βικιλεξικό
- νείρομαι μια μελαχροινή που βρίσκεται στα ξένα (δημοτικό δίστιχο)
- Και μαγεμένος κι ο Πηνειός, και νείρεται πως τρέχει φέγγοντας μες στων Ηλυσίων τ’ αμάραντα λιβάδια.
Ετυμολογία
νείρομαι < ονειρεύομαι • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →