Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

νεαρότητα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. το να είναι κάποιος ή κάτι νεαρό(ς) Βικιλεξικό
  2. κατ’ επέκτασηφρεσκάδα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

νεαρότητα < νεαρός + -ότητα

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήνεαρότητανεαρότητες
Γενικήνεαρότηταςνεαροτήτων
Αιτιατικήνεαρότητανεαρότητες
Κλητικήνεαρότητανεαρότητες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →