νεαρότητα
•
- το να είναι κάποιος ή κάτι νεαρό(ς) Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηφρεσκάδα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
νεαρότητα < νεαρός + -ότητα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | νεαρότητα | νεαρότητες |
| Γενική | νεαρότητας | νεαροτήτων |
| Αιτιατική | νεαρότητα | νεαρότητες |
| Κλητική | νεαρότητα | νεαρότητες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →