νεκροθάφτης
•
- επάγγελμααυτός που αναλαμβάνει να διεκπεραιώσει την ταφή ενός νεκρού Βικιλεξικό
- μεταφορικάαυτός που με τις ενέργειές του συντελεί στην καταστροφή ενός πράγματος Βικιλεξικό
- Ο πρόεδρος- «νεκροθάφτης» του ευρωπαϊκού ποδοσφαίρου (Το Βήμα, 6-09-2009)
Ετυμολογία
νεκροθάφτης < ελληνιστική κοινή νεκροθάπτης < νεκρός + θάπτω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | νεκροθάφτης | νεκροθάφτες |
| Γενική | νεκροθάφτη | νεκροθαφτών |
| Αιτιατική | νεκροθάφτη | νεκροθάφτες |
| Κλητική | νεκροθάφτη | νεκροθάφτες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →