Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

νεκρολίβανο

/ne.kɾoˈli.va.no/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. παρωχημένολιβάνι το οποίο καίγεται σε κηδεία για τον νεκρό Βικιλεξικό
    • Γεράματα! Γεράματα! Ποια θέληση, ποιο χέρι / μες στη λαμπάδα της ζωής φυτεύει τ’ αγιοκέρι; / Kαι ποια ποτέ ζευγάρωσεν αγνώριστη θεότης / κρυφά το νεκρολίβανο με τον ανθό της νιότης;

Ετυμολογία

νεκρολίβανο < νεκρο- + λιβάν(ι) + -ο

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήνεκρολίβανονεκρολίβανα
Γενικήνεκρολίβανουνεκρολίβανων
Αιτιατικήνεκρολίβανονεκρολίβανα
Κλητικήνεκρολίβανονεκρολίβανα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →