νεκρολίβανο
•
- παρωχημένολιβάνι το οποίο καίγεται σε κηδεία για τον νεκρό Βικιλεξικό
- Γεράματα! Γεράματα! Ποια θέληση, ποιο χέρι / μες στη λαμπάδα της ζωής φυτεύει τ’ αγιοκέρι; / Kαι ποια ποτέ ζευγάρωσεν αγνώριστη θεότης / κρυφά το νεκρολίβανο με τον ανθό της νιότης;
Ετυμολογία
νεκρολίβανο < νεκρο- + λιβάν(ι) + -ο
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | νεκρολίβανο | νεκρολίβανα |
| Γενική | νεκρολίβανου | νεκρολίβανων |
| Αιτιατική | νεκρολίβανο | νεκρολίβανα |
| Κλητική | νεκρολίβανο | νεκρολίβανα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →