νεκροστολίζω
•
- στολίζω το νεκρό πριν την κηδεία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
νεκροστολίζω < νεκρός + στολίζω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | νεκροστολίζω | νεκροστολίζεις | νεκροστολίζει | νεκροστολίζουμε | νεκροστολίζετε | νεκροστολίζουν / νεκροστολίζουνε |
| Παρατατικός | νεκροστόλιζα | νεκροστόλιζες | νεκροστόλιζε | νεκροστολίζαμε | νεκροστολίζατε | νεκροστολίζαν / νεκροστολίζανε / νεκροστόλιζαν |
| Αόριστος | νεκροστόλισα | νεκροστόλισες | νεκροστόλισε | νεκροστολίσαμε | νεκροστολίσατε | νεκροστολίσαν / νεκροστολίσανε / νεκροστόλισαν |
| Μέλλοντας | θα νεκροστολίζω / θα νεκροστολίσω | θα νεκροστολίζεις / θα νεκροστολίσεις | θα νεκροστολίζει / θα νεκροστολίσει | θα νεκροστολίζουμε / θα νεκροστολίσουμε | θα νεκροστολίζετε / θα νεκροστολίσετε | θα νεκροστολίζουν / θα νεκροστολίζουνε / θα νεκροστολίσουν / θα νεκροστολίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω νεκροστολίσει | έχεις νεκροστολίσει | έχει νεκροστολίσει | έχουμε νεκροστολίσει | έχετε νεκροστολίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα νεκροστολίσει | είχες νεκροστολίσει | είχε νεκροστολίσει | είχαμε νεκροστολίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω νεκροστολίσει / να νεκροστολίζω / να νεκροστολίσω | να έχεις νεκροστολίσει / να νεκροστολίζεις / να νεκροστολίσεις | να έχει νεκροστολίσει / να νεκροστολίζει / να νεκροστολίσει | να έχουμε νεκροστολίσει / να νεκροστολίζουμε / να νεκροστολίσουμε | να έχετε νεκροστολίσει / να νεκροστολίζετε / να νεκροστολίσετε | να νεκροστολίζουν / να νεκροστολίζουνε / να νεκροστολίσουν / να νεκροστολίσουνε |
| Προστακτική | — | νεκροστόλιζε / νεκροστόλισε | — | — | νεκροστολίζετε / νεκροστολίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →