νεκροταφείο
•
- τόπος προορισμένος για το θάψιμο ανθρώπων Βικιλεξικό
- η κηδεία του σκηνοθέτη θα γίνει το Σάββατο στο νεκροταφείο Χαλανδρίου
- μεταφορικάτόπος όπου καταλήγει ένα σύνολο ξεπερασμένων ή κατεστραμμένων πραγμάτων Βικιλεξικό
- η αυλή του έμοιαζε με νεκροταφείο χαλασμένων αυτοκινήτων
Ετυμολογία
νεκροταφείο < νεκρο- + τάφ(ος) + -είο
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | νεκροταφείο | νεκροταφεία |
| Γενική | νεκροταφείου | νεκροταφείων |
| Αιτιατική | νεκροταφείο | νεκροταφεία |
| Κλητική | νεκροταφείο | νεκροταφεία |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →