νεκροφοβικός
•
- που έχει σχέση με τη νεκροφοβία ή τον νεκρόφοβο ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
νεκροφοβικός < νεκροφοβία / νεκρόφοβος + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | νεκροφοβικός | νεκροφοβική | νεκροφοβικό |
| Γενική | νεκροφοβικού | νεκροφοβικής | νεκροφοβικού |
| Αιτιατική | νεκροφοβικό | νεκροφοβική | νεκροφοβικό |
| Κλητική | νεκροφοβικέ | νεκροφοβική | νεκροφοβικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | νεκροφοβικοί | νεκροφοβικές | νεκροφοβικά |
| Γενική | νεκροφοβικών | νεκροφοβικών | νεκροφοβικών |
| Αιτιατική | νεκροφοβικούς | νεκροφοβικές | νεκροφοβικά |
| Κλητική | νεκροφοβικοί | νεκροφοβικές | νεκροφοβικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →