Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

νεκροφοβικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με τη νεκροφοβία ή τον νεκρόφοβο ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

νεκροφοβικός < νεκροφοβία / νεκρόφοβος + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήνεκροφοβικόςνεκροφοβικήνεκροφοβικό
Γενικήνεκροφοβικούνεκροφοβικήςνεκροφοβικού
Αιτιατικήνεκροφοβικόνεκροφοβικήνεκροφοβικό
Κλητικήνεκροφοβικένεκροφοβικήνεκροφοβικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήνεκροφοβικοίνεκροφοβικέςνεκροφοβικά
Γενικήνεκροφοβικώννεκροφοβικώννεκροφοβικών
Αιτιατικήνεκροφοβικούςνεκροφοβικέςνεκροφοβικά
Κλητικήνεκροφοβικοίνεκροφοβικέςνεκροφοβικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →