νεκρώσιμο
•
- έντυπο αγγελτήριο κηδείας, που τοιχοκολλείται Βικιλεξικό
Ετυμολογία
νεκρώσιμο < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου νεκρώσιμος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | νεκρώσιμο | νεκρώσιμα |
| Γενική | νεκρώσιμου | νεκρώσιμων |
| Αιτιατική | νεκρώσιμο | νεκρώσιμα |
| Κλητική | νεκρώσιμο | νεκρώσιμα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →