νενέ
•
- λαϊκότροποη γιαγιά Βικιλεξικό
- Η μάνα μου η Αλισαβώ | και η νενέ μου η Τζεβώ | είχαν συχνά μπελάδες | γιατί μας βγάζαν αβανιές | πως στου σπιτιού μας τις γωνιές | κρύβαμε κατσιρμάδες
Ετυμολογία
νενέ < (άμεσο δάνειο) τουρκική nene
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →